
Το διοικητικό συμβούλιο του Διεθνούς Οργανισμού Ενέργειας συμφώνησε την Πέμπτη να ολοκληρωθεί έγκαιρα η αποδέσμευση των υπολοίπων 100 εκατομμυρίων βαρελιών από τη συλλογική δράση που είχε αποφασιστεί τον Μάρτιο του 2026. Από αυτά, πάνω από 20 εκατομμύρια βαρέλια αφορούν ντίζελ και θα διατεθούν στην αγορά το συντομότερο δυνατό. Έχουν ήδη αποδεσμευθεί περίπου 330 εκατομμύρια βαρέλια, ενώ η αρχική δέσμευση των 400 εκατομμυρίων βαρελιών τελικά θα ξεπεραστεί, καθώς ορισμένα κράτη μέλη διέθεσαν περισσότερα από όσα είχαν υποσχεθεί.
Γιατί το ντίζελ είναι το πρόβλημα
Η γραμματεία του Οργανισμού εκτιμά ότι οι αγορές πετρελαίου παραμένουν σφιχτές και ιδιαίτερα η αγορά του ντίζελ. Τα στοιχεία της αμερικανικής υπηρεσίας ενεργειακής πληροφόρησης δείχνουν τη μέση τιμή λιανικής του ντίζελ στις ΗΠΑ στα 6,179 δολάρια το γαλόνι την εβδομάδα που έληξε στις 12 Οκτωβρίου, υψηλότερα κατά 2,514 δολάρια σε σχέση με έναν χρόνο πριν. Στη βενζίνη η μέση τιμή ήταν 4,331 δολάρια το γαλόνι, αυξημένη κατά 1,270 δολάρια. Η απόκλιση δείχνει ότι η πίεση συγκεντρώνεται στα μεσαία αποστάγματα, δηλαδή στα καύσιμα που κινούν φορτηγά, τρένα, πλοία και γεωργικά μηχανήματα.
Τι αλλάζει στην προσφορά
Η αποδέσμευση στρατηγικών αποθεμάτων προσθέτει προσφορά γρήγορα, αλλά προσωρινά. Τα 100 εκατομμύρια βαρέλια αντιστοιχούν σε λίγο περισσότερο από μία ημέρα παγκόσμιας κατανάλωσης, οπότε η επίδραση στις τιμές εξαρτάται από τον ρυθμό διάθεσης και από το αν θα υποχωρήσει η αρχική αιτία της στενότητας. Το Brent κινείται κοντά στα 105 δολάρια το βαρέλι, με τους επενδυτές να ζυγίζουν τους κινδύνους της ναυσιπλοΐας στα Στενά του Ορμούζ απέναντι σε ενδείξεις ασθενέστερης ζήτησης. Παράλληλα, όσο αδειάζουν τα αποθέματα ασφαλείας, μικραίνει το μαξιλάρι που μπορεί να απορροφήσει μια επόμενη διαταραχή.
Ποιοι επηρεάζονται
Για τα διυλιστήρια τα υψηλά περιθώρια στο ντίζελ παραμένουν πηγή κερδοφορίας, ενώ για τις μεταφορές και τη γεωργία αποτελούν κόστος που μετακυλίεται στις τελικές τιμές. Για τους κεντρικούς τραπεζίτες η άνοδος των καυσίμων περιπλέκει την εικόνα του πληθωρισμού σε μια στιγμή που η συζήτηση στις ΗΠΑ έχει στραφεί σε νέα αύξηση επιτοκίων αντί σε μείωση.
Πρακτικά, ο Έλληνας επενδυτής βλέπει δύο ξεχωριστά πράγματα. Το πρώτο είναι το κόστος ενέργειας που περνάει στον προϋπολογισμό του νοικοκυριού και στα έξοδα των ελληνικών εισηγμένων με έντονη χρήση καυσίμων, από τη ναυτιλία μέχρι τις αεροπορικές μεταφορές. Το δεύτερο είναι ότι η αγορά πετρελαίου στηρίζεται πλέον σε κρατικά αποθέματα, κάτι που αυξάνει τη μεταβλητότητα και κάνει τις τοποθετήσεις σε ενεργειακά εμπορεύματα πιο ευαίσθητες σε πολιτικές αποφάσεις παρά σε θεμελιώδη μεγέθη.
Πηγές στοιχείων, Διεθνής Οργανισμός Ενέργειας, U.S. Energy Information Administration.
Το παρόν έχει ενημερωτικό χαρακτήρα και δεν αποτελεί επενδυτική συμβουλή ή σύσταση αγοράς ή πώλησης.






