Η αμερικανική εταιρεία Strategy, γνωστή για τη ριζοσπαστική στρατηγική της στα crypto, αγόρασε 13.390 Bitcoin αξίας $1,34 δισ. σύμφωνα με νέα κατάθεση στην SEC. Η αγορά ήρθε εν μέσω αυξανόμενης μεταβλητότητας στις αγορές, με αφορμή την πρόσφατη εκεχειρία δασμών μεταξύ ΗΠΑ και Κίνας.
Ο ιδρυτής και πρόεδρος της Strategy, Michael Saylor, ανακοίνωσε τη νέα αγορά στις 12 Μαΐου, σημειώνοντας ότι η συνολική κατοχή της εταιρείας ανέρχεται πλέον στα 568.840 BTC, αξίας $39,41 δισ. Η μέση τιμή αγοράς για το σύνολο του χαρτοφυλακίου φτάνει τα $69.287 ανά Bitcoin.
Η νέα επένδυση πραγματοποιήθηκε με μέση τιμή τα $99.856 ανά Bitcoin, τη στιγμή που το κρυπτονόμισμα βρισκόταν κοντά στα υψηλά έτους, προτού υποχωρήσει ελαφρώς κατά 1,5% μετά την αρχική άνοδο.
Η αγορά έγινε λίγο μετά την ανακοίνωση από τον Λευκό Οίκο ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες και η Κίνα συμφώνησαν σε μια τρίμηνη παύση δασμών. Σύμφωνα με την ανακοίνωση, οι δύο χώρες θα μειώσουν αμοιβαία τους δασμούς κατά 115%, διατηρώντας έναν επιπλέον δασμό 10% για το διάστημα της παύσης.
“Για χρόνια, οι αθέμιτες εμπορικές πρακτικές και το τεράστιο εμπορικό έλλειμμα με την Κίνα έπλητταν την αμερικανική μεταποίηση,” αναφέρει η ανακοίνωση του Λευκού Οίκου.
Παρά την προσωρινή εκεχειρία, η αβεβαιότητα στις αγορές παραμένει. Η στρατηγική της Strategy, ωστόσο, παραμένει αμετακίνητη: η διατήρηση του Bitcoin ως θεμελιώδους αποθέματος αξίας.
Η εταιρεία είχε σταματήσει προσωρινά τις αγορές της νωρίτερα μέσα στο 2025, λόγω των λεγόμενων “Liberation Day” δασμών που επέβαλε ο πρώην πρόεδρος Τραμπ, οι οποίοι προκάλεσαν σοβαρούς κλυδωνισμούς στις παγκόσμιες αγορές. Ωστόσο, ένα ποστ του Saylor την 1η Μαΐου αποκάλυπτε πως η επένδυση της εταιρείας έχει αποφέρει απόδοση άνω του 3.000% από την έναρξη της “Bitcoin standard” στρατηγικής το 2020.
Για την αγορά, η νέα κίνηση αποτελεί ένδειξη ότι οι θεσμικοί επενδυτές παραμένουν προσηλωμένοι στο Bitcoin, παρά τις μακροοικονομικές αναταράξεις. Για τους ρυθμιστές, όμως, το μήνυμα είναι πιο περίπλοκο: μια εταιρεία εισηγμένη στο χρηματιστήριο συνεχίζει να στοιχηματίζει δισεκατομμύρια σε ένα περιουσιακό στοιχείο που εξακολουθεί να μην έχει σαφές ρυθμιστικό πλαίσιο.