Ανησυχία στη Wall Street: Πιέσεις από την αγορά εργασίας και «φρένο» στο αφήγημα της AI με τον S&P 500 κοντά σε ιστορικά υψηλά

Ο S&P 500 βρίσκεται οριακά χαμηλότερα από το ιστορικό υψηλό του, όμως τις τελευταίες εβδομάδες η μεταβλητότητα έχει αυξηθεί καθώς οι επενδυτές αντιμετωπίζουν ένα νέο κύμα αβεβαιότητας. Στο επίκεντρο βρίσκονται δύο παράγοντες: οι ανησυχίες γύρω από τη χρηματοοικονομική αντοχή της OpenAI και η επιδείνωση των ενδείξεων στην αγορά εργασίας των ΗΠΑ, που αποδίδεται εν μέρει στις οικονομικές πολιτικές της κυβέρνησης Τραμπ.

Ο Ντόναλντ Τραμπ έχει βρεθεί στον Λευκό Οίκο σε τρεις περιόδους σημαντικών πτώσεων της αγοράς. Κατά την πρώτη θητεία του, ο S&P 500 κατέγραψε πτώση σχεδόν 20% από κορυφή σε πυθμένα το 2018, ενώ το 2020 ακολούθησε πολύ εντονότερο sell-off 35% την περίοδο που κορυφωνόταν η πανδημία COVID-19. Πιο πρόσφατα, τον περασμένο Απρίλιο, η ανακοίνωση δασμών της λεγόμενης «Liberation Day» συνέβαλε σε μια σύντομη πτώση 21%. Και στις τρεις περιπτώσεις, η αγορά ανέκαμψε αργότερα και πέρασε σε νέα ιστορικά υψηλά, ωστόσο το ερώτημα που τίθεται τώρα είναι αν επίκειται νέα διόρθωση ή ακόμη και bear market, καθώς οι επενδυτές επαναξιολογούν τον κίνδυνο ρευστότητας και την ανθεκτικότητα της ζήτησης.

Η θεματική της τεχνητής νοημοσύνης, που τα τελευταία χρόνια έχει δημιουργήσει αξία τρισεκατομμυρίων για αμερικανικές εταιρείες, δείχνει να συναντά εμπόδια. Η Nvidia, βασικός προμηθευτής τσιπ για data centers, είδε τη μετοχή της να αυξάνεται δωδεκαπλάσια από τις αρχές του 2023, ανεβάζοντας την κεφαλαιοποίησή της από 360 δισ. δολάρια σε 4,6 τρισ. δολάρια. Η άνοδος αυτή ενίσχυσε το αφήγημα ότι οι δαπάνες για υποδομές AI μπορούν να συνεχιστούν για χρόνια, αρκεί οι μεγάλοι πελάτες να χρηματοδοτούν την επέκταση.

Ωστόσο, η OpenAI, δημιουργός του ChatGPT, έχει αναλάβει δεσμεύσεις δαπανών εκατοντάδων δισ. δολαρίων για μισθώσεις υπολογιστικής ισχύος από μεγάλους παρόχους data centers. Μεταξύ αυτών περιλαμβάνονται 281 δισ. δολάρια προς το Microsoft Azure και 300 δισ. δολάρια προς το Oracle Cloud Infrastructure. Παράλληλα, η εταιρεία έχει παραγγείλει, σύμφωνα με εκτιμήσεις, τσιπ αξίας περίπου 90 δισ. δολαρίων απευθείας από την Advanced Micro Devices. Το πρόβλημα, σύμφωνα με τα στοιχεία που επικαλούνται οι επενδυτές, είναι ότι η OpenAI εμφανίζει ετήσιο ρυθμό εσόδων (annualized revenue) περίπου 20 δισ. δολάρια, ποσό που απέχει σημαντικά από το να καλύψει τέτοιου μεγέθους υποχρεώσεις. Το επιχειρηματικό σχέδιο βασίζεται σε ταχεία ανάπτυξη τα επόμενα χρόνια και σε σημαντικές εισροές κεφαλαίων από επενδυτές, χωρίς όμως να υπάρχει βεβαιότητα για την εξέλιξή τους. Ενδεικτικά, η Nvidia φέρεται να σχεδίαζε επένδυση 100 δισ. δολαρίων στην OpenAI, αλλά η συμφωνία έχει «παγώσει». Η αδυναμία χρηματοδότησης θα μπορούσε να περιορίσει την ικανότητα της OpenAI να τηρήσει τις δεσμεύσεις της προς Microsoft και Oracle, με ενδεχόμενο αντίκτυπο στη ζήτηση για τσιπ, servers και ενεργειακές υποδομές, δημιουργώντας αλυσιδωτές πιέσεις στην ευρύτερη αλυσίδα εφοδιασμού.

Την ίδια στιγμή, οι ανησυχίες για την AI συμπίπτουν με επιδείνωση δεικτών στην αγορά εργασίας. Η ανεργία στις ΗΠΑ βρίσκεται στο 4,4%, κοντά στο υψηλότερο επίπεδο των τελευταίων πέντε ετών, ενώ ορισμένα στοιχεία δείχνουν ότι η κατάσταση μπορεί να χειροτερέψει. Η έρευνα JOLTS της αμερικανικής κυβέρνησης έδειξε 6,5 εκατ. διαθέσιμες θέσεις εργασίας τον Δεκέμβριο, σημαντικά λιγότερες από τις 7,2 εκατ. που ανέμεναν οι οικονομολόγοι. Επιπλέον, οι εργοδότες στις ΗΠΑ προχώρησαν σε περισσότερες από 108.000 απολύσεις τον Ιανουάριο, ο υψηλότερος αριθμός για μήνα Ιανουάριο από το 2009, στοιχείο που τροφοδοτεί σενάρια επιβράδυνσης της κατανάλωσης.

Σύμφωνα με στοιχεία της Challenger, Gray & Christmas, πολλές επιχειρήσεις απέδωσαν τις απολύσεις σε οικονομικές συνθήκες, απώλειες συμβολαίων και αναδιαρθρώσεις, ενώ ορισμένες ανέφεραν ακόμη και κλείσιμο δραστηριοτήτων. Ιδιαίτερα πιεσμένος εμφανίζεται ο μεταποιητικός κλάδος, που έχει χάσει περίπου 72.000 θέσεις εργασίας από τότε που ανακοινώθηκαν οι δασμοί της «Liberation Day» τον περασμένο Απρίλιο. Οι δασμοί είχαν στόχο να ενισχύσουν την ανταγωνιστικότητα των αμερικανικών προϊόντων διεθνώς, όμως το εύρος τους φαίνεται να έχει αυξήσει το κόστος εισαγωγής πρώτων υλών και εξαρτημάτων, συμπιέζοντας τα περιθώρια κέρδους και περιορίζοντας προσλήψεις.

Οι διορθώσεις θεωρούνται συνηθισμένες στις αγορές. Σύμφωνα με την Capital Group, ο S&P 500 καταγράφει κατά μέσο όρο μία πτώση τουλάχιστον 5% κάθε χρόνο, ενώ διόρθωση τουλάχιστον 10% εμφανίζεται περίπου κάθε δυόμισι χρόνια. Οι bear markets, με πτώση 20% ή περισσότερο από κορυφή σε πυθμένα, είναι πιο σπάνιες αλλά εκδηλώνονται περίπου κάθε έξι χρόνια. Αν εξαιρεθεί το σύντομο κραχ περίπου 20% μετά τη «Liberation Day» τον περασμένο Απρίλιο, η τελευταία παρατεταμένη bear market ήταν το 2022.

Παρά τα ισχυρά εταιρικά αποτελέσματα, ο S&P 500 διαπραγματεύεται σε ιστορικά ακριβές αποτιμήσεις, κάτι που μπορεί να αυξάνει τον κίνδυνο βραχυπρόθεσμης πτώσης, ειδικά αν αλλάξει η διάθεση για ρίσκο. Σε ένα σενάριο διόρθωσης 10%, το επίπεδο που παρακολουθούν αρκετοί αναλυτές για πιθανό πυθμένα βρίσκεται γύρω στις 6.300 μονάδες. Η εκτίμηση που διατυπώνεται είναι ότι για να εξελιχθεί μια διόρθωση σε bear market θα χρειαστεί η αδυναμία της αγοράς εργασίας να οδηγήσει σε ύφεση, με συνέπειες στην ανάπτυξη και στα εταιρικά κέρδη.

Ως προς την AI, η άποψη που καταγράφεται είναι ότι ο κίνδυνος μπορεί να είναι μικρότερος, επειδή ορισμένα δυσμενή σενάρια έχουν ήδη αποτιμηθεί σε επιμέρους μετοχές. Αναφέρεται ως παράδειγμα η Oracle, η οποία βρίσκεται 52% χαμηλότερα από το ιστορικό υψηλό της. Σε κάθε περίπτωση, η ιστορική εμπειρία δείχνει ότι ακόμη και μετά από έντονες πτώσεις, ο S&P 500 έχει τη δυνατότητα να ανακάμψει σε νέα υψηλά, γεγονός που οδηγεί ορισμένους μακροπρόθεσμους επενδυτές να αντιμετωπίζουν τις περιόδους αδυναμίας ως ευκαιρίες τοποθετήσεων.

Add a comment

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

Keep Up to Date with the Most Important News

By pressing the Subscribe button, you confirm that you have read and are agreeing to our Privacy Policy and Terms of Use