Ισχυρά κέρδη κατέγραψαν την Τετάρτη οι μετοχές των εταιρειών ημιαγωγών, με την Advanced Micro Devices (AMD) και την Intel να ενισχύονται σημαντικά, μετά από πληροφορίες ότι προχωρούν σε αυξήσεις τιμών στους επεξεργαστές τους. Η εξέλιξη αυτή έρχεται σε μια περίοδο όπου η παγκόσμια αγορά αντιμετωπίζει πιέσεις στην εφοδιαστική αλυσίδα και αυξημένη ζήτηση.
Σύμφωνα με δημοσίευμα του Nikkei Asia, οι δύο κολοσσοί του κλάδου έχουν ήδη ενημερώσει τους πελάτες τους ότι σχεδιάζουν αυξήσεις στις τιμές των κεντρικών μονάδων επεξεργασίας (CPU), με την AMD να εφαρμόζει τις αλλαγές από τον Μάρτιο και την Intel να ακολουθεί τον Απρίλιο. Οι αυξήσεις αποδίδονται κυρίως στη συνεχιζόμενη έλλειψη προσφοράς, η οποία έχει επιμηκύνει σημαντικά τους χρόνους παράδοσης.
Ενδεικτικό της κατάστασης είναι ότι οι χρόνοι αναμονής για την προμήθεια CPU έχουν εκτοξευθεί, φτάνοντας πλέον τις 8 έως 12 εβδομάδες, από μόλις 1 έως 2 εβδομάδες που ήταν κατά μέσο όρο στο παρελθόν. Μεγάλοι κατασκευαστές υπολογιστών, όπως η Dell και η HP, έχουν ήδη επισημάνει ότι η προσφορά επεξεργαστών υπολείπεται της ζήτησης, δημιουργώντας πιέσεις σε ολόκληρη την αλυσίδα παραγωγής.
Οι τιμές των CPU έχουν αυξηθεί επανειλημμένα μέσα στο έτος, με τη συνολική άνοδο να κυμαίνεται μεταξύ 10% και 15%, ενώ σε ορισμένες περιπτώσεις καταγράφονται ακόμη μεγαλύτερες αυξήσεις. Το γεγονός αυτό ενισχύει τα έσοδα των κατασκευαστών, αλλά ταυτόχρονα επιβαρύνει το κόστος για τις εταιρείες τεχνολογίας και τους τελικούς καταναλωτές.
Οι επενδυτές αντέδρασαν θετικά στις εξελίξεις, με τις μετοχές της AMD και της Intel να καταγράφουν άνοδο άνω του 6% μέχρι το μεσημέρι (ώρα Νέας Υόρκης). Παράλληλα, το θετικό κλίμα επεκτάθηκε και σε άλλες εταιρείες του κλάδου, όπως η Nvidia, η οποία επωφελήθηκε τόσο από τις προοπτικές βελτίωσης στη Μέση Ανατολή όσο και από τη γενικότερη δυναμική της αγοράς.
Ξεχωριστή ήταν και η επίδοση της Arm, της οποίας η μετοχή σημείωσε άλμα 20%, μετά την ανακοίνωση ότι σχεδιάζει να επεκτείνει τη δραστηριότητά της στην κατασκευή chips, πέρα από τον σχεδιασμό. Η εξέλιξη αυτή ενισχύει τον ανταγωνισμό στον κλάδο και αναδιαμορφώνει τις ισορροπίες στην παγκόσμια αγορά ημιαγωγών.