Από την 1η Δεκεμβρίου, η Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων (ΑΑΔΕ) θα ενεργοποιήσει ένα νέο σύστημα παρακολούθησης της διακίνησης προϊόντων, το οποίο έχει χαρακτηριστεί ως “Μεγάλος Αδελφός” της αγοράς. Το σύστημα αυτό θα επηρεάσει περισσότερες από 155.000 επιχειρήσεις, οι οποίες θα υποχρεωθούν να εκδίδουν ψηφιακά δελτία αποστολής και να διαβιβάζουν τα δεδομένα αυτά σε πραγματικό χρόνο στην πλατφόρμα myDATA. Πρόκειται για ένα σημαντικό βήμα ψηφιοποίησης της αγοράς, το οποίο αποσκοπεί στην πάταξη της φοροδιαφυγής και στη διαφάνεια των συναλλαγών.
Οι επιχειρήσεις που επηρεάζονται
Από την 1η Δεκεμβρίου 2024, η υποχρέωση για ψηφιακή έκδοση παραστατικών θα αφορά όλες τις επιχειρήσεις με τζίρο άνω των 200.000 ευρώ, καθώς και επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται σε συγκεκριμένους τομείς, ανεξαρτήτως τζίρου. Αυτοί οι τομείς περιλαμβάνουν τα καύσιμα, τα φαρμακευτικά προϊόντα, τα ιατρικά αναλώσιμα, τα οικοδομικά υλικά και την παραγωγή και εμπορία ελαιολάδου. Αυτές οι επιχειρήσεις θα πρέπει να εκδίδουν ψηφιακά παραστατικά διακίνησης και να διαβιβάζουν τα δεδομένα αυτά στην πλατφόρμα myDATA, με δυνατότητα ελέγχου μέσω της σάρωσης του QR Code που θα περιλαμβάνεται στα παραστατικά.
Πώς λειτουργεί το σύστημα
Το σύστημα ψηφιακής παρακολούθησης της διακίνησης προϊόντων θα εφαρμοστεί σε δύο φάσεις:
Πρώτη φάση: Από την 1η Δεκεμβρίου 2024, όλες οι μεγάλες επιχειρήσεις και οι επιχειρήσεις των κρίσιμων τομέων θα είναι υποχρεωμένες να χρησιμοποιούν το σύστημα ψηφιακής διαβίβασης παραστατικών.
Δεύτερη φάση: Από την 1η Απριλίου 2025, το μέτρο θα επεκταθεί σε όλες τις επιχειρήσεις ανεξαρτήτως μεγέθους. Θα υπάρχει επίσης η δυνατότητα ψηφιακής παρακολούθησης των φορτώσεων και μεταφορτώσεων, με τον λήπτη των αγαθών να επιβεβαιώνει την παραλαβή μέσω της σάρωσης του QR Code που θα αναγράφεται στα παραστατικά.
Ποινές και πρόστιμα
Οι επιχειρήσεις που δεν συμμορφώνονται με την υποχρέωση έκδοσης ψηφιακών παραστατικών θα βρεθούν αντιμέτωπες με σημαντικά πρόστιμα. Για τις επιχειρήσεις που τηρούν απλογραφικό λογιστικό σύστημα, το πρόστιμο θα ανέρχεται στα 500 ευρώ ανά φορολογικό έλεγχο, ενώ για τις επιχειρήσεις που τηρούν διπλογραφικό σύστημα, το πρόστιμο θα φτάνει τα 1.000 ευρώ ανά φορολογικό έλεγχο. Τα πρόστιμα αυτά επιδιώκουν να διασφαλίσουν την πλήρη εφαρμογή του μέτρου και να ενισχύσουν τη διαφάνεια των συναλλαγών.
Εξαιρέσεις από το μέτρο
Ωστόσο, δεν θα υποχρεωθούν όλες οι επιχειρήσεις να ακολουθήσουν το νέο σύστημα. Οι εξαιρέσεις περιλαμβάνουν:
- Αγρότες ειδικού καθεστώτος ΦΠΑ και φυσικά πρόσωπα που πραγματοποιούν ευκαιριακές συναλλαγές έως 10.000 ευρώ.
- Δημόσιοι ή ιδιωτικοί υπάλληλοι και συνταξιούχοι που παρέχουν υπηρεσίες ως συγγραφείς ή εισηγητές σε σεμινάρια.
- Διακινήσεις αγαθών μέσω δικτύων συνεχούς ροής, όπως το φυσικό αέριο, το ύδωρ και η ηλεκτρική ενέργεια.
- Διακίνηση εργαλείων και μηχανημάτων από τεχνικούς για την εκτέλεση των εργασιών τους.
- Διακίνηση από γραφεία τελετών και μεταφορά πάγιου εξοπλισμού κατά την αλλαγή επαγγελματικής έδρας.
Προκλήσεις και οφέλη
Η νέα αυτή ψηφιακή διαδικασία αναμένεται να φέρει σημαντικά οφέλη, αλλά και προκλήσεις για τις επιχειρήσεις. Από τη μία πλευρά, το σύστημα θα βελτιώσει τη διαφάνεια στις συναλλαγές, θα μειώσει τη φοροδιαφυγή και θα διευκολύνει τους ελέγχους από τις φορολογικές αρχές. Επιπλέον, η άμεση παρακολούθηση της διακίνησης προϊόντων θα συμβάλλει στη μείωση της γραφειοκρατίας και στον καλύτερο έλεγχο των αποθεμάτων για τις επιχειρήσεις.
Από την άλλη πλευρά, η υποχρέωση ψηφιακής διαβίβασης των παραστατικών θα απαιτήσει από τις επιχειρήσεις να επενδύσουν σε τεχνολογική υποδομή και να εκπαιδεύσουν το προσωπικό τους. Για πολλές μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις, αυτό μπορεί να αποτελέσει πρόκληση, καθώς η προσαρμογή στο νέο σύστημα θα απαιτήσει χρόνο και πόρους.
Ο “Μεγάλος Αδελφός” της διακίνησης προϊόντων είναι έτοιμος να αναλάβει δράση, με την ΑΑΔΕ να επιβλέπει σε πραγματικό χρόνο τις συναλλαγές και τη διακίνηση αγαθών. Το νέο αυτό σύστημα φέρνει σημαντικές αλλαγές στην αγορά, επιδιώκοντας τη διαφάνεια και τον περιορισμό της φοροδιαφυγής. Παρά τις προκλήσεις που μπορεί να αντιμετωπίσουν οι επιχειρήσεις, τα οφέλη για τη δημόσια διοίκηση και τη φορολογική δικαιοσύνη αναμένεται να είναι σημαντικά.