Η Γαλλία δανείζεται πλέον ακριβότερα από την Ελλάδα και την Ιταλία. Η απόδοση του γαλλικού δεκαετούς ομολόγου διαμορφώθηκε στο 4,87 τοις εκατό την Πέμπτη, έναντι 4,59 τοις εκατό για το ιταλικό και 4,50 τοις εκατό για το ελληνικό. Τη Δευτέρα η γαλλική απόδοση είχε αγγίξει το 4,92 τοις εκατό, το υψηλότερο επίπεδο από το 2002, με τη διαφορά από το γερμανικό ομόλογο να διευρύνεται στις 152 μονάδες βάσης, τη μεγαλύτερη από το 2011.
Μια αντιστροφή που δεν εξηγείται από το χρέος
Το παράδοξο φαίνεται καθαρά στα επίσημα στοιχεία χρέους. Στο πρώτο τρίμηνο του 2026 το γαλλικό δημόσιο χρέος ήταν στο 117,6 τοις εκατό του ακαθάριστου εγχώριου προϊόντος, σαφώς χαμηλότερα από το 143,5 τοις εκατό της Ελλάδας και το 138,9 τοις εκατό της Ιταλίας, με τον μέσο όρο της ευρωζώνης στο 88,9 τοις εκατό. Η αγορά δηλαδή δεν τιμολογεί το επίπεδο του χρέους αλλά την κατεύθυνσή του και την πολιτική ικανότητα διαχείρισης. Η Ελλάδα και η Ιταλία εμφανίζουν πλεονάσματα πριν από τόκους και προβλέψιμη δημοσιονομική πορεία, ενώ στη Γαλλία η κατάρτιση προϋπολογισμού έχει εξελιχθεί σε επαναλαμβανόμενη πολιτική κρίση.
Γιατί διευρύνεται το ασφάλιστρο κινδύνου
Η διαφορά αποδόσεων μεταξύ Γαλλίας και Γερμανίας κινήθηκε γύρω στις 134 μονάδες βάσης στα μέσα της εβδομάδας, με τη γερμανική απόδοση στο 3,48 τοις εκατό. Οι επενδυτές ζητούν υψηλότερη αμοιβή για δύο λόγους. Πρώτον, η δημοσιονομική προσαρμογή απαιτεί μέτρα που δεν βρίσκουν κοινοβουλευτική πλειοψηφία. Δεύτερον, το γενικότερο περιβάλλον επιτοκίων έχει αλλάξει, καθώς η αγορά τιμολογεί υψηλή πιθανότητα νέας αύξησης από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα έως το τέλος του έτους και επιπλέον αυξήσεις μέχρι τις αρχές του 2027. Σε ένα τέτοιο σκηνικό το κόστος αναχρηματοδότησης ανεβαίνει ταυτόχρονα για όλους, αλλά πονάει περισσότερο όποιον έχει μεγάλες ετήσιες ανάγκες έκδοσης.
Οι δίαυλοι προς το ελληνικό χαρτοφυλάκιο
Η γαλλική αναταραχή δεν είναι μακρινή υπόθεση. Τα γαλλικά ομόλογα αποτελούν βασικό στοιχείο ενεργητικού για ευρωπαϊκές τράπεζες και ασφαλιστικές, οπότε η πτώση των τιμών τους επηρεάζει αποτιμήσεις και κεφαλαιακούς δείκτες στον ευρωπαϊκό τραπεζικό κλάδο. Παράλληλα, όσο η πίεση περιορίζεται στη Γαλλία και δεν μεταδίδεται γενικευμένα, η Ελλάδα εμφανίζεται ως σχετικός ωφελούμενος, καθώς το ελληνικό χρέος αντιμετωπίζεται πλέον ως αμυντική και όχι ως κερδοσκοπική θέση.
Για τον ιδιώτη επενδυτή το πρακτικό συμπέρασμα είναι ότι η παλιά διάκριση μεταξύ ασφαλούς πυρήνα και επικίνδυνης περιφέρειας στην ευρωζώνη έχει πάψει να ισχύει αυτόματα. Η αξιολόγηση ενός ομολογιακού αμοιβαίου κεφαλαίου ή μιας τραπεζικής μετοχής απαιτεί σήμερα εξέταση της πραγματικής γεωγραφικής σύνθεσης των θέσεων και όχι εμπιστοσύνη σε ετικέτες του παρελθόντος.
Πηγές στοιχείων, Eurostat για τον δείκτη δημόσιου χρέους προς ακαθάριστο εγχώριο προϊόν και αγορές κρατικών ομολόγων για τις αποδόσεις.
Το παρόν έχει ενημερωτικό χαρακτήρα και δεν αποτελεί επενδυτική συμβουλή ή σύσταση αγοράς ή πώλησης.