Παρά τις θετικές εξελίξεις σε μέτωπα όπως ο πληθωρισμός και οι εμπορικές σχέσεις ΗΠΑ–Κίνας, οι αγορές δεν ακολούθησαν τον αναμενόμενο ανοδικό ρυθμό. Την Τετάρτη, οι βασικοί δείκτες της Wall Street κατέγραψαν απώλειες, με τον S&P 500 να χάνει 0,27% και τον Nasdaq να υποχωρεί κατά 0,5%, διακόπτοντας το τριήμερο ανοδικό τους σερί. Η στάση αυτή των επενδυτών δείχνει ότι η εμπιστοσύνη στην πολιτική σταθερότητα και την κατεύθυνση της νομισματικής πολιτικής παραμένει εύθραυστη.
Το βασικό σημείο αισιοδοξίας ήταν η εξαιρετικά χαμηλή αύξηση των τιμών καταναλωτή, μόλις 0,1% τον Μάιο, με ετήσιο πληθωρισμό στο 2,4%, κάτω από τις προβλέψεις. Ο δομικός πληθωρισμός (χωρίς ενέργεια και τρόφιμα) ήρθε επίσης χαμηλότερα από το αναμενόμενο, στο 2,8%. Η εξέλιξη αυτή θα μπορούσε να ερμηνευτεί ως πρόσκληση προς τη Fed για μείωση επιτοκίων — όμως η Ομοσπονδιακή Τράπεζα παραμένει επιφυλακτική.
Οικονομολόγοι προειδοποιούν ότι τα σημερινά ήπια νούμερα μπορεί να αποδειχθούν παροδικά. Όπως εξηγεί η Seema Shah (Principal Asset Management), «οι αυξήσεις τιμών λόγω δασμών δεν έχουν ακόμη περάσει στα δεδομένα CPI. Είναι πολύ νωρίς να υποθέσουμε ότι δεν θα υπάρξει πληθωριστικό σοκ».
Η αβεβαιότητα για τους δασμούς εντείνεται, με τον πρόεδρο Τραμπ να επιβεβαιώνει δασμούς 55% προς την Κίνα — συνδυαστικά από 30% γενικούς και 25% στοχευμένους — ενώ η κυβέρνηση ξεκαθαρίζει πως δεν πρόκειται να αλλάξουν ξανά. Ο υπουργός Εμπορίου Χάουαρντ Λάτνικ δήλωσε στο CNBC: «Μπορείτε να το πείτε με βεβαιότητα: οι δασμοί δεν πρόκειται να μεταβληθούν».
Παρ’ όλα αυτά, το κλίμα αβεβαιότητας παραμένει. Η κυβέρνηση εξετάζει την επέκταση της 90ήμερης παύσης των δασμών σε εμπορικούς εταίρους, όπως ανέφερε ο υπουργός Οικονομικών Σκοτ Μπέσεντ, αρκεί να υπάρξουν δείγματα καλής πίστης στις διαπραγματεύσεις. Ενώ η συμφωνία Γενεύης ΗΠΑ–Κίνας θεωρητικά έχει επικυρωθεί, οι επενδυτές δεν δείχνουν να πείθονται.
Την ίδια ώρα, το δημοσιονομικό έλλειμμα των ΗΠΑ επανέρχεται δυναμικά στο προσκήνιο. Το Μάιο ανήλθε στα 316 δισ. δολάρια, ανατρέποντας το πλεόνασμα του Απριλίου. Το σωρευτικό έλλειμμα για το έτος έφτασε τα 1,36 τρισ. δολάρια — αυξημένο κατά 14% σε ετήσια βάση — με τα κόστη εξυπηρέτησης του χρέους των 36,2 τρισ. να υπερβαίνουν τα 92 δισ. για τον μήνα.
Σε αυτό το περιβάλλον, η οικονομική ηγεσία βρίσκεται υπό πίεση. Ο διευθύνων σύμβουλος της JPMorgan, Τζέιμι Ντάιμον, εξέφρασε ανησυχία ότι «τα πραγματικά νούμερα της οικονομίας μπορεί σύντομα να επιδεινωθούν», καθώς τα αποτελέσματα των μέτρων στήριξης της πανδημίας φθίνουν. Παράλληλα, ο αντιπρόεδρος των ΗΠΑ JD Vance χαρακτήρισε την άρνηση της Fed να μειώσει τα επιτόκια ως «νομισματική αμέλεια».
Πολιτική αναταραχή προμηνύεται και στη Fed. Ο Ντόναλντ Τραμπ φέρεται να εξετάζει την ιδέα ενός «σκιώδους» αντικαταστάτη του Τζερόμ Πάουελ, του οποίου η θητεία ολοκληρώνεται τον Μάιο του 2026. Μια τέτοια κίνηση, ακόμα και ανεπίσημη, θα σηματοδοτούσε την αυξημένη παρέμβαση της κυβέρνησης στην κεντρική τράπεζα και θα επηρέαζε τις αγορές.
Τέλος, η Κίνα εντείνει την αντίδρασή της στις τεχνολογικές κυρώσεις των ΗΠΑ. Επενδύοντας δεκάδες δισ. δολάρια στην ανάπτυξη εγχώριου οικοσυστήματος ημιαγωγών για AI, προσπαθεί να αντισταθμίσει την εξάρτησή της από δυτικές τεχνολογίες — μια γεωπολιτική εξέλιξη με μακροπρόθεσμες επιπτώσεις στην παγκόσμια αλυσίδα αξίας.