Μεικτή εικόνα παρουσιάζουν οι αμερικανικές μετοχές, στον απόηχο της απόφασης του προέδρου των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ, να επιβάλει ναυτικό αποκλεισμό στα Στενά του Ορμούζ, μετά την κατάρρευση των διαπραγματεύσεων μεταξύ Ουάσιγκτον και Τεχεράνης.
Ο δείκτης Dow Jones Industrial Average κατέγραψε απώλειες, υποχωρώντας κατά 0,3%, καθώς η εκτίναξη των τιμών του πετρελαίου αναζωπύρωσε τις ανησυχίες για τον πληθωρισμό και τις προοπτικές της παγκόσμιας ανάπτυξης. Αντίθετα, ο S&P 500 σημείωσε οριακή άνοδο 0,1%, περιορίζοντας προηγούμενες απώλειες, ενώ ο τεχνολογικός Nasdaq κινήθηκε ανοδικά κατά 0,3%, με ώθηση από τα κέρδη των μετοχών λογισμικού.
Η απόφαση Τραμπ να διακόψει κάθε θαλάσσια διέλευση από τα Στενά του Ορμούζ από τις 10:00 π.μ. (ώρα Ανατολικής Ακτής) ενέτεινε τις ήδη υψηλές γεωπολιτικές εντάσεις στη Μέση Ανατολή. Το Ιράν αντέδρασε άμεσα, προειδοποιώντας ότι θα στοχεύσει λιμάνια στον Περσικό Κόλπο, εάν απειληθούν οι δικές του ενεργειακές υποδομές, χαρακτηρίζοντας την αμερικανική ενέργεια «πράξη πειρατείας».
Οι αγορές ενέργειας αντέδρασαν έντονα, με την τιμή του πετρελαίου να ξεπερνά εκ νέου τα 100 δολάρια το βαρέλι. Το Brent κατέγραψε άνοδο περίπου 5%, ενώ το αμερικανικό αργό West Texas Intermediate κινήθηκε επίσης ανοδικά κατά 5%, ξεπερνώντας τα 101 δολάρια.
Την ίδια στιγμή, η έναρξη της περιόδου ανακοίνωσης εταιρικών αποτελεσμάτων έφερε στο προσκήνιο τον τραπεζικό κλάδο. Η Goldman Sachs ανακοίνωσε ισχυρά κέρδη για το πρώτο τρίμηνο, ωστόσο η μετοχή της υποχώρησε κατά 2%. Σειρά παίρνουν εντός της εβδομάδας οι Bank of America, Wells Fargo, Citigroup, JPMorgan Chase και Morgan Stanley.
Σε ξεχωριστές δηλώσεις, ο Ντόναλντ Τραμπ κλιμάκωσε περαιτέρω τη ρητορική, απειλώντας με άμεση καταστροφή ιρανικών πλοίων που ενδέχεται να πλησιάσουν τον αποκλεισμό. Όπως ανέφερε, οι ΗΠΑ έχουν ήδη εξουδετερώσει σημαντικό μέρος του ιρανικού ναυτικού, προειδοποιώντας ότι οποιαδήποτε παραβίαση του αποκλεισμού θα αντιμετωπιστεί με άμεση στρατιωτική δράση.
Παρά τη μικρή αποκλιμάκωση από τα αρχικά υψηλά, οι τιμές του πετρελαίου διατηρήθηκαν πάνω από το όριο των 100 δολαρίων, υπογραμμίζοντας την έντονη ανησυχία των αγορών για τις επιπτώσεις στην παγκόσμια ενεργειακή τροφοδοσία και τη σταθερότητα της διεθνούς οικονομίας.