Ο Αμερικανός πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ κλιμάκωσε την πίεση προς την Ομοσπονδιακή Τράπεζα των ΗΠΑ, συνδέοντας ευθέως το εμπόριο με τη νομισματική πολιτική. Σε ανάρτησή του την Παρασκευή 4 Σεπτεμβρίου ζήτησε μείωση επιτοκίων και απείλησε ότι διαφορετικά θα σταματήσει το εμπόριο με τις χώρες με τις οποίες οι ΗΠΑ εμφανίζουν έλλειμμα, χαρακτηρίζοντας μια τέτοια κίνηση ως ενδεχομένως αποτελεσματικότερη από τους δασμούς.
Το μέγεθος του ελλείμματος
Τα στοιχεία Ιουλίου δίνουν το πλαίσιο της απειλής. Το συνολικό εμπορικό έλλειμμα των ΗΠΑ διαμορφώθηκε στα 88,6 δισεκατομμύρια δολάρια, το υψηλότερο από τον Μάρτιο του 2025. Στις επιμέρους χώρες, το έλλειμμα με το Μεξικό ανήλθε σε 27,5 δισ. δολάρια, με το Βιετνάμ σε 23,3 δισ., με την Κίνα σε 15,2 δισ. και με την Ευρωπαϊκή Ένωση σε 8,9 δισ. δολάρια.
Το εύρος αυτό δείχνει γιατί η δήλωση δεν μπορεί να διαβαστεί κυριολεκτικά. Μια πλήρης διακοπή εμπορίου με το σύνολο αυτών των εταίρων θα έπληττε αλυσίδες εφοδιασμού από τα αυτοκίνητα και τα ημιαγωγά μέχρι τα τρόφιμα και τη φαρμακοβιομηχανία, με άμεσο πληθωριστικό αποτέλεσμα εντός των ΗΠΑ.
Η αντίφαση στο επιχείρημα
Εδώ βρίσκεται και ο πυρήνας του ζητήματος. Ένα εμπάργκο ή μια νέα γενιά περιοριστικών μέτρων θα ανέβαζε το κόστος των εισαγόμενων αγαθών. Ο υψηλότερος πληθωρισμός είναι ακριβώς η συνθήκη που κάνει μια κεντρική τράπεζα λιγότερο, και όχι περισσότερο, πρόθυμη να μειώσει επιτόκια. Το εργαλείο πίεσης, δηλαδή, κινείται προς την αντίθετη κατεύθυνση από τον στόχο του.
Η χρονική στιγμή κάνει την αντίφαση πιο ορατή. Η έκθεση απασχόλησης Αυγούστου, με 162.000 νέες θέσεις εργασίας και ανεργία στο 4,1%, έστειλε τις αποδόσεις των ομολόγων υψηλότερα και οδήγησε μέρος της αγοράς να τιμολογεί αυξημένη πιθανότητα ανόδου, όχι μείωσης, του βασικού επιτοκίου.
Τι σημαίνει για τις αγορές
Βραχυπρόθεσμα, η αντίδραση των δεικτών ήταν συγκρατημένη. Η αγορά έχει μάθει να αποτιμά τις ανακοινώσεις αυτού του τύπου ως διαπραγματευτική τακτική και όχι ως τελική πολιτική. Το ρίσκο, ωστόσο, δεν είναι μηδενικό και εντοπίζεται σε δύο σημεία.
Το πρώτο είναι η ανεξαρτησία της κεντρικής τράπεζας. Όσο η πίεση παραμένει δημόσια και συστηματική, τόσο αυξάνεται το ασφάλιστρο κινδύνου που ζητούν οι επενδυτές για να κρατήσουν αμερικανικά ομόλογα μεγάλης διάρκειας. Το δεύτερο είναι οι κλάδοι με υψηλή εξάρτηση από εισαγωγές, όπως το λιανεμπόριο, η αυτοκινητοβιομηχανία και τμήματα της τεχνολογίας, όπου κάθε κλιμάκωση αποτυπώνεται απευθείας στα περιθώρια κέρδους.
Για τον επενδυτή που παρακολουθεί από την Ελλάδα, το πρακτικό συμπέρασμα είναι απλό. Η μεταβλητότητα σε αυτή τη φάση δεν προέρχεται από τα εταιρικά αποτελέσματα, αλλά από το πολιτικό πλαίσιο γύρω από τη νομισματική πολιτική.
Πηγή στοιχείων εμπορικού ισοζυγίου, U.S. Census Bureau και Bureau of Economic Analysis. Στοιχεία απασχόλησης, U.S. Bureau of Labor Statistics.
Το παρόν έχει ενημερωτικό χαρακτήρα και δεν αποτελεί επενδυτική συμβουλή ή σύσταση αγοράς ή πώλησης.