Το τριακονταετές αμερικανικό ομόλογο στο 5,24% και τι σημαίνει για τις μετοχές

Το τριακονταετές αμερικανικό ομόλογο έκλεισε στο 5,24% και το δεκαετές στο 4,78%, με την πίεση να συγκεντρώνεται στο μακρύ άκρο της καμπύλης.

Η τελευταία συνεδρίαση πριν από την αργία της Ημέρας Εργασίας στις ΗΠΑ έκλεισε με το μακρύ άκρο της αμερικανικής καμπύλης αποδόσεων σε επίπεδα που η αγορά είχε να δει από το 2007. Σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία του αμερικανικού Υπουργείου Οικονομικών, στις 4 Σεπτεμβρίου το τριακονταετές ομόλογο διαμορφώθηκε στο 5,24%, το δεκαετές στο 4,78% και το διετές στο 4,37%. Μέσα στον Αύγουστο το τριακονταετές είχε φτάσει έως το 5,30%, το υψηλότερο επίπεδο εδώ και σχεδόν δύο δεκαετίες.

Τι τροφοδοτεί την άνοδο

Η αφορμή ήρθε από την αγορά εργασίας. Η έκθεση απασχόλησης που δημοσίευσε την ίδια ημέρα το Bureau of Labor Statistics έδειξε 162.000 νέες θέσεις εργασίας εκτός γεωργίας τον Αύγουστο, με το ποσοστό ανεργίας αμετάβλητο στο 4,1% και τις μέσες ωριαίες αποδοχές να ανεβαίνουν 0,3% μέσα στον μήνα και 3,1% σε ετήσια βάση. Μια οικονομία που δημιουργεί θέσεις εργασίας με αυτόν τον ρυθμό δύσκολα δικαιολογεί επιθετικές μειώσεις επιτοκίων, και η αγορά ομολόγων το προεξοφλεί.

Η καμπύλη άλλαξε σχήμα

Το ενδιαφέρον δεν βρίσκεται τόσο στο απόλυτο επίπεδο όσο στη μορφή της καμπύλης. Η διαφορά ανάμεσα στο τριακονταετές και στο διετές έχει ανοίξει στις 87 μονάδες βάσης, ενώ ανάμεσα στο δεκαετές και στο διετές είναι μόλις 41 μονάδες. Η πίεση δηλαδή συγκεντρώνεται εκεί ακριβώς όπου η νομισματική πολιτική έχει τη μικρότερη επιρροή. Οι επενδυτές ζητούν μεγαλύτερη αποζημίωση για να κρατήσουν μακροπρόθεσμο αμερικανικό χρέος, λόγω ενός πληθωρισμού που δεν υποχωρεί όσο αναμενόταν και λόγω του όγκου των εκδόσεων που χρειάζεται το αμερικανικό δημόσιο.

Οι δύο άμεσες συνέπειες

Η πρώτη αφορά τα ομολογιακά κεφάλαια μακράς διάρκειας. Το διαπραγματεύσιμο αμοιβαίο iShares 20+ Year Treasury Bond, που επενδύει σε αμερικανικούς τίτλους άνω των είκοσι ετών, έκλεισε την Παρασκευή στα 82,21 δολάρια. Όσο μεγαλύτερη η διάρκεια ενός ομολογιακού χαρτοφυλακίου, τόσο μεγαλύτερη η απώλεια κεφαλαίου από κάθε επιπλέον άνοδο των αποδόσεων.

Η δεύτερη αφορά τις μετοχές. Το επιτόκιο με το οποίο προεξοφλούνται οι μελλοντικές ταμειακές ροές ανεβαίνει, και αυτό πλήττει δυσανάλογα τις εταιρείες ανάπτυξης, των οποίων τα κέρδη τοποθετούνται μακριά στο μέλλον. Παράλληλα, μια απόδοση χωρίς πιστωτικό κίνδυνο πάνω από το 5% δημιουργεί πραγματικό ανταγωνισμό προς τις μετοχές, κάτι που δεν ίσχυε για μια ολόκληρη δεκαετία.

Το συμπέρασμα για τον ιδιώτη επενδυτή δεν είναι ότι τα ομόλογα έγιναν αυτομάτως ελκυστικά. Είναι ότι το κόστος του χρήματος σταθεροποιείται σε επίπεδα που πολλά χαρτοφυλάκια δεν έχουν δοκιμάσει ποτέ, και ότι η στάθμιση ανάμεσα σε μετοχές και ομόλογα αξίζει να επανεξεταστεί με βάση τα σημερινά δεδομένα και όχι με τις συνήθειες της προηγούμενης δεκαετίας.

Πηγές στοιχείων, Υπουργείο Οικονομικών των ΗΠΑ, Bureau of Labor Statistics.

Το παρόν έχει ενημερωτικό χαρακτήρα και δεν αποτελεί επενδυτική συμβουλή ή σύσταση αγοράς ή πώλησης.

Add a comment

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

Keep Up to Date with the Most Important News

By pressing the Subscribe button, you confirm that you have read and are agreeing to our Privacy Policy and Terms of Use