Η Ομοσπονδιακή Τράπεζα των ΗΠΑ οριστικοποίησε τις αλλαγές στον τρόπο που διενεργεί τα ετήσια τεστ αντοχής των μεγάλων αμερικανικών τραπεζών. Η βασική τομή είναι ότι από το 2028 το κεφαλαιακό απόθεμα ασφαλείας που προκύπτει από την άσκηση, το λεγόμενο stress capital buffer, θα υπολογίζεται ως μέσος όρος των δύο πιο πρόσφατων ετήσιων τεστ και όχι από ένα μόνο έτος. Η Fed εκτιμά ότι το μέτρο θα μειώσει περίπου κατά 50% τη μεταβλητότητα των κεφαλαιακών απαιτήσεων από χρονιά σε χρονιά, χωρίς ουσιαστική μεταβολή στο συνολικό ύψος των κεφαλαίων που απαιτούνται.
Τι αλλάζει στην πράξη
Πέρα από τον μέσο όρο διετίας, η κεντρική τράπεζα δεσμεύεται να θέτει κάθε χρόνο σε δημόσια διαβούλευση τα σενάρια της άσκησης και κάθε ουσιώδη αλλαγή στα υποδείγματα που χρησιμοποιεί. Υιοθετήθηκαν επίσης το πλαίσιο σχεδιασμού των υποθετικών σεναρίων και τα υποδείγματα για το τεστ του 2027. Για τις τράπεζες με μεγάλα βιβλία συναλλαγών προβλέπεται πλέον δοκιμή σε δύο διαφορετικά σενάρια παγκόσμιου σοκ αγορών, με τη μεγαλύτερη από τις δύο ζημιές να προσμετρείται στο αποτέλεσμα. Ταυτόχρονα τέθηκε σε διαβούλευση 60 ημερών πρόταση για αναθεώρηση του υποδείγματος που εκτιμά τα μη επιτοκιακά έσοδα, ώστε να αποτυπώνει καλύτερα τις διαφορές στα επιχειρηματικά μοντέλα.
Γιατί ενδιαφέρει τις μετοχές των τραπεζών
Το stress capital buffer καθορίζει πόσα κεφάλαια πρέπει να κρατά κάθε τράπεζα πάνω από τα ελάχιστα όρια και επομένως πόσα μπορεί να επιστρέψει στους μετόχους μέσω μερισμάτων και επαναγορών. Όταν το νούμερο αυτό μεταβάλλεται απότομα κάθε χρόνο, οι διοικήσεις δυσκολεύονται να προγραμματίσουν πολιτική διανομών. Η εξομάλυνση μέσω μέσου όρου δύο ετών κάνει τον σχεδιασμό πιο προβλέψιμο. Η απόφαση συνοδεύτηκε από ξεχωριστές δηλώσεις δύο μελών του συμβουλίου, του Μάικλ Μπαρ και της Λίζα Κουκ.
Τι σημαίνει για τον επενδυτή
Για όποιον έχει έκθεση σε αμερικανικές τράπεζες, το μέτρο μειώνει την αβεβαιότητα γύρω από τις διανομές κεφαλαίου χωρίς να αλλάζει τη θεμελιώδη εικόνα της κερδοφορίας. Η JPMorgan Chase διαπραγματευόταν στα 332,69 δολάρια με πτώση 0,68%, δείγμα ότι η αγορά είχε σε μεγάλο βαθμό προεξοφλήσει την κατεύθυνση των αλλαγών. Η ουσιαστική διαφορά θα φανεί από το 2028, όταν αρχίζει η εφαρμογή του μέσου όρου, και στο ενδιάμεσο το βλέμμα των επενδυτών θα μείνει στην πορεία των επιτοκίων και στην ποιότητα του δανειακού χαρτοφυλακίου.
Μια πιο προβλέψιμη εποπτική μεθοδολογία ενισχύει τις προοπτικές μερισμάτων και επαναγορών, αλλά αξίζει να σημειωθεί και η άλλη όψη. Όσο μικρότερη είναι η διακύμανση των απαιτήσεων, τόσο λιγότερο γρήγορα προσαρμόζεται το κεφαλαιακό μαξιλάρι σε νέους κινδύνους. Για ένα ελληνικό χαρτοφυλάκιο με θέσεις σε διεθνείς τράπεζες, η εξέλιξη είναι θετική στο περιθώριο, όχι λόγος από μόνη της για αύξηση θέσης.
Πηγές, Federal Reserve.
Το παρόν έχει ενημερωτικό χαρακτήρα και δεν αποτελεί επενδυτική συμβουλή ή σύσταση αγοράς ή πώλησης.