Η αγορά αμερικανικών κρατικών ομολόγων πέρασε ένα δύσκολο καλοκαίρι και τώρα αρχίζει να προσελκύει ξανά αγοραστές. Σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία του Υπουργείου Οικονομικών των ΗΠΑ, στις 21 Σεπτεμβρίου η απόδοση του τριακονταετούς ομολόγου διαμορφώθηκε στο 5,29%, του δεκαετούς στο 4,96% και του διετούς στο 4,76%. Λίγες ημέρες νωρίτερα, στις 18 Σεπτεμβρίου, το τριακονταετές είχε φτάσει στο 5,34% και το δεκαετές είχε ξεπεράσει οριακά το 5%.
Πώς φτάσαμε εδώ
Η άνοδος των αποδόσεων ήταν γρήγορη. Την 1η Σεπτεμβρίου το δεκαετές βρισκόταν στο 4,79% και το διετές στο 4,39%. Η μεταστροφή ήρθε κυρίως από τη νομισματική πολιτική. Στις 16 Σεπτεμβρίου η Federal Reserve αύξησε ομόφωνα το βασικό της επιτόκιο κατά ένα τέταρτο της μονάδας, σε εύρος από 3,75% έως 4,00%, αναφέροντας ότι ο πληθωρισμός παραμένει αυξημένος και ότι η κίνηση στηρίζει ταχύτερη επιστροφή στον στόχο του 2%. Όταν μια κεντρική τράπεζα ανεβάζει τα επιτόκια αντί να τα μειώνει, οι τιμές των υφιστάμενων ομολόγων υποχωρούν και οι αποδόσεις ανεβαίνουν.
Ποιοι επιστρέφουν στην αγορά
Στα επίπεδα αυτά, μεγάλοι διαχειριστές σταθερού εισοδήματος αλλάζουν στάση. Η PIMCO, ένας από τους μεγαλύτερους διαχειριστές ομολόγων παγκοσμίως, έχει τοποθετηθεί δημόσια ότι το ασφάλιστρο διάρκειας είναι πλέον υψηλό και ότι τα μακροπρόθεσμα αμερικανικά ομόλογα προσφέρουν ελκυστικές αποδόσεις, με διάθεση να αυξήσει θέσεις αν οι αποδόσεις ανέβουν κι άλλο.
Ταυτόχρονα μειώνεται η μόχλευση μέσα στην αγορά. Το λεγόμενο basis trade, η στρατηγική που εκμεταλλεύεται τη μικρή διαφορά τιμής ανάμεσα στα συμβόλαια μελλοντικής εκπλήρωσης και στα φυσικά ομόλογα με δανεικά κεφάλαια, έχει συρρικνωθεί κατά περισσότερα από 200 δισεκατομμύρια δολάρια και υπολογίζεται πλέον γύρω στο ένα τρισεκατομμύριο δολάρια. Λιγότερη μόχλευση σημαίνει συνήθως μικρότερο κίνδυνο απότομων αναταράξεων στην αγορά ομολόγων.
Τι σημαίνει για τον ιδιώτη επενδυτή
Μια απόδοση κοντά στο 5,3% σε τριακονταετή κρατικό τίτλο δεν είναι μικρό μέγεθος, ειδικά όταν συγκρίνεται με τις μερισματικές αποδόσεις των μεγάλων αμερικανικών μετοχών. Υπάρχουν όμως δύο κίνδυνοι που πρέπει να γίνουν κατανοητοί.
Ο πρώτος είναι η διάρκεια. Όσο μεγαλύτερη η λήξη, τόσο μεγαλύτερη η πτώση της τιμής για κάθε νέα άνοδο των αποδόσεων. Το ETF TLT, που επενδύει σε αμερικανικά ομόλογα άνω των είκοσι ετών, διαπραγματεύεται στα 81,83 δολάρια, πολύ χαμηλότερα από τα επίπεδα προηγούμενων ετών, και αυτή η διαφορά δείχνει ακριβώς πόσο κοστίζει ένας κύκλος ανόδου επιτοκίων. Ο δεύτερος κίνδυνος είναι συναλλαγματικός, καθώς ο επενδυτής της ευρωζώνης που αγοράζει αμερικανικά ομόλογα αναλαμβάνει και την έκθεση στο δολάριο.
Το βασικό συμπέρασμα είναι ότι τα ομόλογα ξαναγίνονται πραγματική εναλλακτική απέναντι στις μετοχές, αλλά η επιλογή διάρκειας μετράει περισσότερο από την ονομαστική απόδοση που φαίνεται στον τίτλο.
Πηγές στοιχείων, Υπουργείο Οικονομικών των ΗΠΑ, Federal Reserve, PIMCO.
Το παρόν έχει ενημερωτικό χαρακτήρα και δεν αποτελεί επενδυτική συμβουλή ή σύσταση αγοράς ή πώλησης.