Το χαρτοφυλάκιο εταιρικών συμμετοχών που έχει χτίσει η αμερικανική κυβέρνηση τα τελευταία δύο χρόνια βρίσκεται στο μεγαλύτερο μέρος του σε ζημιά. Από τις δεκαεπτά εισηγμένες εταιρείες στις οποίες το αμερικανικό δημόσιο απέκτησε μετοχική θέση ή ειδικά δικαιώματα, οι δεκατέσσερις, δηλαδή το 82%, διαπραγματεύονται χαμηλότερα από την τιμή που είχαν όταν ανακοινώθηκε η συμφωνία. Το συνολικό ποσό που έχει διατεθεί εκτιμάται περίπου στα 26,7 δισεκατομμύρια δολάρια, σε τριάντα συμφωνίες μετοχικού ή οιονεί μετοχικού χαρακτήρα.
Η Intel κρύβει την υπόλοιπη εικόνα
Η εξαίρεση είναι μεγάλη και καθορίζει την εντύπωση. Το αμερικανικό δημόσιο κατέχει ποσοστό 9,9% στην Intel, περίπου 433,3 εκατομμύρια μετοχές, θέση που αποκτήθηκε με κόστος 8,9 δισεκατομμυρίων δολαρίων και σήμερα αποτιμάται σε πολλαπλάσιο ποσό μετά το ράλι της μετοχής. Αν αφαιρεθεί αυτή η μία θέση, το υπόλοιπο χαρτοφυλάκιο εμφανίζει συνολικά αρνητικό αποτέλεσμα. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η USA Rare Earth, η μετοχή της οποίας εκτινάχθηκε περίπου 80% μέσα σε πέντε συνεδριάσεις μετά την ανακοίνωση και στη συνέχεια επέστρεψε στα προηγούμενα επίπεδα.
Ένα χαρτοφυλάκιο χωρίς ενιαίο λογιστικό βιβλίο
Οι θέσεις είναι διάσπαρτες σε τουλάχιστον τέσσερις ομοσπονδιακές υπηρεσίες, με δεκαεπτά συμφωνίες να ανήκουν στο υπουργείο Εμπορίου, επτά στο υπουργείο Άμυνας, έξι στην Development Finance Corporation και δύο στο υπουργείο Ενέργειας. Δεν υπάρχει ενοποιημένη κατάσταση που να δείχνει τι κατέχει το δημόσιο και σε ποια αξία. Μόνο για την Intel υπάρχουν κανονικές γνωστοποιήσεις στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς των ΗΠΑ, ενώ οι συμμετοχές σε μη εισηγμένες εταιρείες δεν αποτυπώνονται πουθενά δημόσια. Οι δημοσιονομικοί κανόνες καταγράφουν την αγορά μετοχών ως δαπάνη, όχι όμως και τα κέρδη ή τις ζημιές που προκύπτουν στη συνέχεια.
Γιατί ενδιαφέρει τον επενδυτή
Το μοτίβο που έχει καταγραφεί είναι σταθερό. Η ανακοίνωση κρατικής συμμετοχής λειτουργεί ως ισχυρός βραχυπρόθεσμος καταλύτης, με απότομα κέρδη μέσα σε λίγες συνεδριάσεις, τα οποία όμως συνήθως εξανεμίζονται μέσα σε εβδομάδες όταν η αγορά επιστρέφει στα θεμελιώδη. Έντεκα από τις δεκαεπτά εταιρείες υστερούν ακόμη και σε σύγκριση με την τιμή που είχαν δέκα συνεδριάσεις πριν από την ανακοίνωση.
Το πρακτικό συμπέρασμα είναι ότι η κρατική στήριξη δεν υποκαθιστά την κερδοφορία. Για τον Έλληνα ιδιώτη επενδυτή που παρακολουθεί αμερικανικές μετοχές ημιαγωγών, σπάνιων γαιών ή πυρηνικής ενέργειας, μια κυβερνητική ανακοίνωση μπορεί να δημιουργήσει ελκυστικό διάγραμμα, αλλά η αντοχή της κίνησης εξαρτάται από τα έσοδα και τα περιθώρια της εταιρείας. Η εκτίμηση της θέσης θέλει την ίδια ανάλυση που θα γινόταν χωρίς την κρατική παρουσία.
Πηγές, Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς των ΗΠΑ, υπουργείο Εμπορίου των ΗΠΑ, Development Finance Corporation.
Το παρόν έχει ενημερωτικό χαρακτήρα και δεν αποτελεί επενδυτική συμβουλή ή σύσταση αγοράς ή πώλησης.